Καταλυτικό ρόλο στη συγκράτηση των τιμών του ηλεκτρικού ρεύματος αναμένεται να διαδραματίσει η ραγδαία ανάπτυξη των συστημάτων αποθήκευσης ενέργειας σε μπαταρίες, θωρακίζοντας την αγορά απέναντι στα συμβατικά καύσιμα και τις εισαγωγές που κυριαρχούσαν μέχρι πρότινος.
Η ισχύς των μονάδων αποθήκευσης στη χώρα, η οποία ήταν μηδενική στις αρχές του έτους, αγγίζει σήμερα τα 630 MW. Βάσει του κυβερνητικού σχεδιασμού, η ισχύς θα προσεγγίσει το 1 GW έως το τέλος του έτους, το 1,5 GW στα μέσα του 2027 και τα 3 GW έως το 2028. Παράλληλα, έκθεση της Aurora Energy προβλέπει ότι η συνολική ισχύς θα εκτιναχθεί στα 6,8 GW εντός της επόμενης τετραετίας. Στο δυναμικό αυτό περιλαμβάνονται 900 MW από τη μετατροπή αδειών συμβατικών μονάδων που αποσύρονται (βάσει του ν. 5151/2024), 333 MW μέσω επιδοτήσεων σε επιχειρήσεις και 4,7 GW που θα συμμετέχουν αυτόνομα στην αγορά μέσω ΑΔΜΗΕ και ΔΕΔΔΗΕ.
Οι μπαταρίες λειτουργούν ως εξισορροπιστικός παράγοντας για το κόστος, καθώς αποθηκεύουν φθηνή ή πλεονάζουσα ενέργεια από ΑΠΕ σε ώρες χαμηλής ζήτησης και την αποδίδουν στο δίκτυο όταν η παραγωγή μειώνεται, υποκαθιστώντας τις ακριβές μονάδες φυσικού αερίου. Όπως επισημαίνει ο υφυπουργός Ενέργειας, Νίκος Τσάφος, η Ελλάδα επενδύει στην τεχνολογία αυτή την καταλληλότερη στιγμή, καθώς το κόστος των μπαταριών έχει σημειώσει «βουτιά» κατά 93% από το 2010, υποχωρώντας στα 108 δολάρια ανά κιλοβατώρα το 2025. Ο ίδιος υπογραμμίζει πως αν η πολιτεία έσπευδε να επιδοτήσει την αποθήκευση νωρίτερα, θα την πλήρωνε υπερβολικά ακριβά.
Η συμβολή των ΑΠΕ και της αποθήκευσης είναι ήδη ορατή στη χονδρική και λιανική αγορά. Παρά τη διεθνή ενεργειακή αναταραχή και την άνοδο του φυσικού αερίου άνω των 50 ευρώ ανά μεγαβατώρα, η μέση τιμή χονδρικής το πρώτο δεκαπενθήμερο του Ιουλίου συγκρατήθηκε στα 111,67 ευρώ. Επιπλέον, κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους, η Ελλάδα κατέγραψε την έκτη χαμηλότερη τιμή χονδρικής στην Ευρώπη, μένοντας κάτω από χώρες της Κεντρικής Ευρώπης όπως η Γερμανία και η Ολλανδία.







