Σε υψηλά επίπεδα έχει επανέλθει η καλλιέργεια κηπευτικών στην Ουκρανία, την ώρα που η ζήτηση παραμένει περιορισμένη και ο αριθμός των παραγωγών αυξάνεται. Η εξέλιξη αυτή ενισχύει τις ανησυχίες για υπερπροσφορά και μεγαλύτερη πίεση στις τιμές κατά τη διάρκεια της φετινής συγκομιδής.
Στην αύξηση των διαθέσιμων ποσοτήτων συμβάλλει και η στροφή παραγωγών προς τις καλλιέργειες κηπευτικών, καθώς οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει η αγορά των σιτηρών οδηγούν αρκετούς στην αναζήτηση εναλλακτικών. Ως αποτέλεσμα, η προσφορά αναμένεται να παραμείνει αυξημένη, με τις τιμές να δέχονται ήδη σημαντικές πιέσεις.
Οι τιμές των βασικών προϊόντων κινούνται σχεδόν στο μισό σε σχέση με πέρυσι, ενώ χαμηλότερα διαμορφώνονται και οι τιμές της πατάτας. Στα φρούτα, τα σμέουρα αποτελούν εξαίρεση, καθώς οι ανοιξιάτικοι παγετοί περιόρισαν την παραγωγή και συγκράτησαν την προσφορά.
Πιέσεις καταγράφονται ιδιαίτερα στην αγορά ντομάτας. Μέρος της υπαίθριας παραγωγής στις νότιες περιοχές υπέστη ζημιές από την έντονη ηλιοφάνεια και οδηγείται πλέον στη μεταποίηση, την ώρα που οι τιμές που προσφέρονται από τους μεταποιητές δεν ικανοποιούν τους παραγωγούς. Αντίθετα, οι καλής ποιότητας ντομάτες συνεχίζουν να κατευθύνονται στη νωπή αγορά.
Την ίδια στιγμή, διαφορετική πορεία ακολουθούν τα αγγούρια, με τις τιμές να έχουν αρχίσει να αυξάνονται μετά την ολοκλήρωση του πρώτου κύκλου παραγωγής στα θερμοκήπια. Ο δεύτερος κύκλος αναμένεται να ξεκινήσει τον Σεπτέμβριο, ενώ ανοδικά κινούνται και οι τιμές των υπαίθριων αγγουριών.
Καθοριστικός θα είναι ο καιρός των επόμενων εβδομάδων. Ζεστές και ξηρές συνθήκες μπορούν να φέρουν στην αγορά μεγάλες ποσότητες ντομάτας και αγγουριών, εντείνοντας την πίεση στις τιμές. Αντίθετα, ένα ψυχρό και βροχερό φθινόπωρο θα μπορούσε να περιορίσει την προσφορά και να στηρίξει τις τιμές.
Για τους παραγωγούς, το ζητούμενο δεν είναι πλέον μόνο πόσο θα παραχθεί, αλλά και πώς θα διατεθεί η παραγωγή. Η επιλογή όψιμων ποικιλιών που μπορούν να αποθηκευτούν προσφέρει μεγαλύτερη ευελιξία, όμως συνοδεύεται από πρόσθετο κόστος και κινδύνους, αφήνοντας ανοιχτό το ερώτημα αν οι μελλοντικές τιμές θα καλύψουν τελικά τα έξοδα παραγωγής και αποθήκευσης.







