spot_img
spot_img

Ποιος πληρώνει το κόστος του αθέμιτου ανταγωνισμού;

Η ελληνική παραγωγή φρέσκων φρούτων και λαχανικών αποτελεί έναν από τους πλέον εξωστρεφείς και δυναμικούς κλάδους της αγροτικής οικονομίας –και για του λόγου το αληθές, αρκεί κάποιος να κοιτάξει τα στοιχεία των εξαγωγών μας. Πιο συγκεκριμένα λοιπόν, αυτές καταγράφουν σημαντική άνοδο κάθε χρόνο, επιβεβαιώνοντας έτσι τη διεθνή αναγνώριση της ποιότητας των προϊόντων μας, αλλά και της προσπάθειας που καταβάλλουν παραγωγοί, συσκευαστές και διακινητές.

Ωστόσο, πίσω από αυτήν τη θετική εικόνα εξακολουθεί να υφίσταται ένα διαχρονικό πρόβλημα που στερεί αξία από την ελληνική παραγωγή, αλλά και δημιουργεί σοβαρές στρεβλώσεις στην αγορά. Αυτό δεν είναι άλλο από τη διακίνηση των προϊόντων μας εκτός των προβλεπόμενων διαδικασιών συσκευασίας, τυποποίησης και ιχνηλασιμότητας.

Πρόκειται για μία πρακτική που δεν πλήττει μόνο τις οργανωμένες επιχειρήσεις του κλάδου, αλλά υπονομεύει την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής γεωργίας, αποδυναμώνει τις επενδύσεις που έχουν πραγματοποιηθεί τα τελευταία χρόνια και στερεί από τη χώρα σημαντική προστιθέμενη αξία.

Η τυποποίηση δεν είναι γραφειοκρατία

Συχνά, η συσκευασία και η τυποποίηση αντιμετωπίζονται ως μία πρόσθετη υποχρέωση που αυξάνει το κόστος διακίνησης των προϊόντων. Στην πραγματικότητα όμως, συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο.

Η τυποποίηση αποτελεί βασικό εργαλείο δημιουργίας αξίας. Μέσα από τη διαλογή, την κατάταξη σε ποιοτικές κατηγορίες, τη συσκευασία, τη σήμανση και την ιχνηλασιμότητα, το προϊόν αποκτά ταυτότητα, αξιοπιστία και εμπορική υπεραξία.

Εξάλλου, οι απαιτήσεις που προβλέπονται από την ευρωπαϊκή και εθνική νομοθεσία δεν έχουν τεθεί τυχαία. Αποσκοπούν στη διασφάλιση της ποιότητας, της διαφάνειας στις συναλλαγές, καθώς και της δυνατότητας παρακολούθησης της πορείας κάθε προϊόντος από το χωράφι έως τον τελικό καταναλωτή.

Χωρίς αυτές τις διαδικασίες, η αγορά λειτουργεί χωρίς κανόνες, με τις σοβαρές επιχειρήσεις να καλούνται να ανταγωνιστούν όσους επιλέγουν να αγνοούν τις υποχρεώσεις τους.

Η μεγάλη επένδυση του κλάδου

Τα τελευταία είκοσι χρόνια, ο κλάδος των  φρέσκων φρούτων και λαχανικών έχει επενδύσει σημαντικά κεφάλαια σε σύγχρονα συσκευαστήρια, ψυκτικές εγκαταστάσεις, αυτοματισμούς, πληροφοριακά συστήματα και πιστοποιήσεις προϊόντων .

Πρόκειται για επενδύσεις εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ, που υλοποιήθηκαν τόσο με ιδιωτικά κεφάλαια, όσο και με τη στήριξη εθνικών και ευρωπαϊκών προγραμμάτων. Οι επενδύσεις αυτές έχουν ένα σαφή στόχο: να επιτρέψουν στα ελληνικά προϊόντα να αποκτήσουν μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία και να ανταγωνιστούν στις πιο απαιτητικές αγορές του κόσμου, τα προϊόντα άλλων χωρών.

Όταν όμως σημαντικές ποσότητες προϊόντων διακινούνται εκτός των οργανωμένων συσκευαστηρίων, ουσιαστικά απαξιώνεται ένα μεγάλο μέρος αυτών των επενδύσεων.

Καμία επιχείρηση δεν μπορεί να σχεδιάσει νέες επενδύσεις όταν υποχρεώνεται να ανταγωνίζεται επιχειρηματικά σχήματα που λειτουργούν με διαφορετικούς κανόνες.

Ο αθέμιτος ανταγωνισμός και οι επιπτώσεις του

Η μη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις τυποποίησης δημιουργεί ένα προφανές οικονομικό πλεονέκτημα για τον παραβάτη, καθώς η οργανωμένη επιχείρηση επιβαρύνεται με το κόστος εγκαταστάσεων, προσωπικού, πιστοποιήσεων, συσκευασίας, ποιοτικών ελέγχων, φορολογικών  και ασφαλιστικών υποχρεώσεων.

Αντίθετα, όποιος παρακάμπτει αυτές τις διαδικασίες μειώνει τεχνητά το κόστος του  προϊόντος  και μπορεί να προσφέρει χαμηλότερες τιμές στην αγορά. Το αποτέλεσμα είναι η δημιουργία συνθηκών αθέμιτου ανταγωνισμού, όπου η παρανομία μετατρέπεται σε επιχειρηματικό πλεονέκτημα.

Η χαμένη προστιθέμενη αξία

Η μεγαλύτερη ζημία, ωστόσο, αφορά την προστιθέμενη αξία που χάνεται. Κάθε κιλό φρούτων ή λαχανικών που διακινείται χωρίς τυποποίηση, στερεί από την ελληνική οικονομία μέρος της αξίας που θα μπορούσε να παραχθεί μέσω της συσκευασίας, της εμπορικής ταυτότητας, της ιχνηλασιμότητας και της οργανωμένης εμπορίας. Η υπεραξία αυτή μεταφέρεται συχνά εκτός συνόρων, με αποτέλεσμα να διογκώνεται ακόμα περισσότερο ο αθέμιτος ανταγωνισμός.

Μάλιστα, αυτός είναι και ο λόγος που η συζήτηση για την τυποποίηση δεν αφορά μόνο την τήρηση της νομοθεσίας· αφορά το αναπτυξιακό μοντέλο του ελληνικού αγροδιατροφικού τομέα. Η Ελλάδα δεν μπορεί να στηρίξει το μέλλον της στις ανώνυμες πρώτες ύλες. Χρειάζεται επώνυμα, τυποποιημένα και πιστοποιημένα προϊόντα, που δημιουργούν αξία σε κάθε στάδιο της αλυσίδας.

Γιατί το πρόβλημα παραμένει

Το ερώτημα που εύλογα τίθεται είναι γιατί το φαινόμενο εξακολουθεί να υφίσταται, παρά το σαφές νομοθετικό πλαίσιο. Η απάντηση είναι ότι σε αρκετές περιπτώσεις το οικονομικό όφελος της παράβασης παραμένει μεγαλύτερο από το κόστος της.

Όταν η πιθανότητα ελέγχου είναι περιορισμένη και οι κυρώσεις δεν λειτουργούν αποτρεπτικά, δημιουργούνται κίνητρα για τη συνέχιση της παραβατικής συμπεριφοράς.

Η εμπειρία από πολλές χώρες δείχνει ότι η συμμόρφωση επιτυγχάνεται μόνο όταν ο παραβάτης γνωρίζει ότι θα εντοπιστεί, αλλά και ότι η συνέπεια της παράβασης θα είναι σημαντικά μεγαλύτερη από το προσδοκώμενο όφελος.

Οι παρεμβάσεις που χρειάζονται

Η αγορά δεν χρειάζεται νέα νομοθεσία· χρειάζεται αποτελεσματική εφαρμογή της υπάρχουσας. Πρώτον, απαιτούνται συστηματικοί έλεγχοι σε όλα τα στάδια διακίνησης των προϊόντων, από τα σημεία συγκέντρωσης έως τις εξαγωγικές πύλες της χώρας.

Δεύτερον, οι κυρώσεις πρέπει να αποκτήσουν πραγματικά αποτρεπτικό χαρακτήρα. Δηλαδή, να μην είναι συμβολικά πρόστιμα που αντιμετωπίζονται ως λειτουργικό κόστος, αλλά ποινές που καθιστούν οικονομικά ασύμφορη την παράβαση.

Για παράδειγμα, η δέσμευση φορτίων, η αναστολή αδειών εμπορίας και τα πρόστιμα που συνδέονται με τον όγκο και την αξία των προϊόντων, αποτελούν πρακτικές που εφαρμόζονται διεθνώς κι έχουν αποδείξει την αποτελεσματικότητά τους.

Εάν λόγου χάρη η ποινή σε ένα παράνομο φορτίο διακίνησης πορτοκαλιών ή ακτινιδίων  ήταν 30 λεπτά το κιλό, δέσμευση φορτίου και αναστολή άδειας λειτουργίας της επιχείρησης  στη χώρα μας, νομίζω ότι οι Ιταλοί και οι Βαλκάνιοι μεσίτες δεν θα τολμούσαν να  φορτώσουν από τα κτήματα.

Το διακύβευμα για τον κλάδο

Ο κλάδος των  φρέσκων προϊόντων βρίσκεται σήμερα μπροστά σε μία κρίσιμη επιλογή:

Είτε θα συνεχίσει να λειτουργεί σε ένα περιβάλλον όπου η παραβατικότητα διαβρώνει την ανταγωνιστικότητα των οργανωμένων επιχειρήσεων, είτε θα διεκδικήσει την πλήρη εφαρμογή των κανόνων που ισχύουν για όλους.

Η τυποποίηση δεν αποτελεί εμπόδιο στην ανάπτυξη. Είναι προϋπόθεση ανάπτυξης.

Η προστασία των νόμιμων επιχειρήσεων δεν είναι ζήτημα συντεχνιακού συμφέροντος. Είναι ζήτημα οικονομικής αποτελεσματικότητας, δικαιοσύνης και εθνικής στρατηγικής για τον αγροτικό τομέα.

Εν κατακλείδι

Εάν θέλουμε περισσότερες εξαγωγές, ισχυρότερα ελληνικά brands, υψηλότερο αγροτικό εισόδημα και μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία για τη χώρα, η απάντηση είναι μία: πλήρης εφαρμογή της νομοθεσίας, ίσοι κανόνες για όλους και μηδενική ανοχή σε πρακτικές που νοθεύουν τον ανταγωνισμό.

Το μέλλον των ελληνικών οπωροκηπευτικών δεν μπορεί να οικοδομηθεί πάνω στην ανοχή της παραβατικότητας. Μπορεί να οικοδομηθεί μόνο πάνω στην ποιότητα, την οργάνωση, την τυποποίηση και το σεβασμό των κανόνων της αγοράς.

Τάκης Ορφανός

Εκδότης Περιοδικού Φρουτονέα

takis@froutonea.gr

Διαβάστε επίσης

Σχετικά Άρθρα

spot_img
spot_img
spot_img