spot_img
spot_img

Πεπόνια Θράκης: Μειωμένη παραγωγή και υψηλό κόστος πιέζουν τους παραγωγούς στον Έβρο

Μειωμένη παραγωγή, υψηλό κόστος καλλιέργειας και παρατεταμένη ανομβρία συνθέτουν τη φετινή εικόνα για τα πεπόνια στο Τυχερό Έβρου, όπου οι καλλιεργούμενες εκτάσεις περιορίζονται χρόνο με τον χρόνο.

Παρά τις δυσκολίες, η ποιότητα των προϊόντων διατηρείται σε ικανοποιητικά επίπεδα, όπως και η ζήτηση στην αγορά, ενώ οι τιμές παραγωγού παραμένουν στα περσινά επίπεδα.

Όπως ανέφερε στα Φρουτονέα ο Αντιπρόεδρος της Αγροτικής Εταιρικής Σύμπραξης Θράκης Αθανάσιος Μαλτεπιώτης, η φετινή χρονιά ήταν ιδιαίτερα δύσκολη, καθώς οι καιρικές συνθήκες δεν ευνόησαν την καλλιέργεια, ενώ οι αυξημένες δαπάνες για πετρέλαιο, λιπάσματα και φυτοπροστατευτικά προϊόντα επιβάρυναν ακόμη περισσότερο τους παραγωγούς.

Τα χειμωνιάτικα πεπόνια κερδίζουν έδαφος

Στο Τυχερό καλλιεργείται η παραδοσιακή ποικιλία «Χρυσή Κεφαλή», με τη συγκομιδή της να ξεκινά στις αρχές Αυγούστου και να ολοκληρώνεται στα τέλη Οκτωβρίου. Παράλληλα, σημαντική θέση στην τοπική παραγωγή κατέχουν τα χειμωνιάτικα πεπόνια, γνωστά και ως «κρεμαστά», η συγκομιδή των οποίων ξεκινά το πρώτο δεκαήμερο του Σεπτεμβρίου. Πρόκειται για πεπόνια μικρότερου μεγέθους, με το συνηθέστερο βάρος τους να φτάνει το ένα κιλό, ενώ τα μεγαλύτερα φτάνουν τα δύο κιλά.

Τα χειμωνιάτικα πεπόνια παρουσιάζουν μεγαλύτερη εμπορική ζήτηση, καθώς το μικρότερο μέγεθός τους ανταποκρίνεται στις προτιμήσεις των καταναλωτών, ενώ παράλληλα η αυξημένη ανθεκτικότητά τους στις ασθένειες αποτελεί σημαντικό πλεονέκτημα για τους παραγωγούς.

Σύμφωνα με τον κ. Μαλτεπιώτη, οι εκτάσεις με χειμωνιάτικα πεπόνια υπολογίζονται φέτος σε περίπου 300 στρέμματα, έναντι το πολύ 100 στρεμμάτων για τη «Χρυσή Κεφαλή», ενώ συνολικά οι καλλιεργούμενες εκτάσεις εμφανίζονται μειωμένες σε σχέση με πέρυσι.

Σταθερές τιμές και ικανοποιητική ζήτηση παρά τη μειωμένη παραγωγή

Σε ό,τι αφορά την εμπορική πορεία των προϊόντων, η ζήτηση κινείται σε ικανοποιητικά επίπεδα, ενώ οι τιμές παραγωγού παραμένουν σταθερές, συγκριτικά με την περσινή χρονιά, κυμαινόμενες κατά μέσο όρο από 0,35 έως 0,45 ευρώ το κιλό.

Την ίδια ώρα, η απομακρυσμένη γεωγραφική θέση της περιοχής επιβαρύνει σημαντικά το κόστος μεταφοράς και διακίνησης των προϊόντων, δυσχεραίνοντας την πρόσβασή τους στις αγορές της υπόλοιπης χώρας. Όπως επισημαίνει ο κ. Μαλτεπιώτης, οι δυσκολίες εντείνονται χρόνο με τον χρόνο, οδηγώντας ολοένα περισσότερους παραγωγούς στην εγκατάλειψη της καλλιέργειας, ενώ η τοπική παραγωγή αναμένεται να συνεχίσει την πτωτική της πορεία.

Γ.Ζ.

Διαβάστε επίσης

Σχετικά Άρθρα

spot_img
Fruit Attraction 2026
Fruit Attraction 2026