Σε μια κρίσιμη καμπή για το μέλλον της ευρωπαϊκής γεωργίας, ξεκίνησαν τον Φεβρουάριο του 2026 οι τριμερείς διάλογοι για τον νέο κανονισμό που αφορά την παραγωγή και εμπορία φυτικού αναπαραγωγικού υλικού. Η νομοθετική πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία φιλοδοξεί να αντικαταστήσει 10 από τις 12 υφιστάμενες οδηγίες του κλάδου, καλύπτει ένα ευρύ φάσμα από σπόρους και κονδύλους έως μοσχεύματα και νεαρά φυτά. Η παρέμβαση αυτή υπερβαίνει τα όρια μιας απλής τεχνικής προσαρμογής, καθώς οι προδιαγραφές για το «εγκεκριμένο» υλικό καθορίζουν εν πολλοίς το μοντέλο καλλιέργειας στα ευρωπαϊκά χωράφια και, κατ’ επέκταση, την ανθεκτικότητα του πρωτογενούς τομέα απέναντι στην κλιματική κρίση, την ξηρασία και τις ασθένειες.
Η νέα ρύθμιση εναρμονίζεται πλήρως με τους στόχους της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας και των στρατηγικών «Από το Αγρόκτημα στο Πιάτο» και «Βιοποικιλότητα», προωθώντας τη γενετική ποικιλότητα και τη χρήση τοπικά προσαρμοσμένων ποικιλιών. Κεντρική καινοτομία αποτελεί η μετεξέλιξη της αξιολόγησης «αξίας για καλλιέργεια και χρήση» (VCU) σε «αξία για βιώσιμη καλλιέργεια και χρήση» (VSCU). Με τον τρόπο αυτό, η καταχώριση νέων ποικιλιών για επαγγελματική χρήση θα εξαρτάται πλέον από κριτήρια βιωσιμότητας, όπως η μειωμένη ανάγκη για φυτοφάρμακα και η προσαρμοστικότητα στις περιβαλλοντικές πιέσεις.
Παράλληλα, το πλαίσιο προβλέπει σημαντικές εξαιρέσεις για την τόνωση της αγροβιοποικιλότητας. Το αναπαραγωγικό υλικό που προορίζεται για ερασιτέχνες κηπουρούς απαλλάσσεται από τις αυστηρές απαιτήσεις πιστοποίησης, ενώ οι τράπεζες σπόρων και οι οργανισμοί διατήρησης διευκολύνονται στη λειτουργία τους, αναγνωρίζοντας την ιδιαιτερότητα των παραδοσιακών ποικιλιών που συχνά αποκλίνουν από τα πρότυπα ομοιομορφίας. Επιπλέον, νομιμοποιούνται οι ανταλλαγές σπόρων «σε είδος» μεταξύ γεωργών σε μικρές ποσότητες, ως εργαλείο διατήρησης της γενετικής κληρονομιάς στο χωράφι. Ωστόσο, οι διαβουλεύσεις παραμένουν θυελλώδεις, με τον κλάδο της σποροπαραγωγής να προειδοποιεί για πιθανούς κινδύνους στην ποιότητα και την ισονομία, την ώρα που οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών εκφράζουν φόβους ότι η ρύθμιση ενδέχεται να συνεχίσει να ευνοεί ένα μοντέλο ομοιομορφίας εις βάρος της ποικιλίας των διαθέσιμων σπόρων.







