Ο ευρωπαϊκός τομέας του μήλου εισέρχεται σε μια φάση βαθιών δομικών αλλαγών, όπου η παραγωγική απόδοση και οι δυναμικές του εμπορίου αναδιαμορφώνουν την προσφορά για την επόμενη δεκαετία. Παρά την προβλεπόμενη συρρίκνωση των καλλιεργήσιμων εκτάσεων κατά περίπου 4,6%, η παραγωγή μήλων για νωπή κατανάλωση στις έξι κύριες παραγωγούς χώρες της ΕΕ αναμένεται να σημειώσει οριακή άνοδο 1,6%. Η τάση αυτή οφείλεται στην αύξηση της μέσης παραγωγικότητας κατά 6,5%, η οποία αντισταθμίζει την απώλεια οπωρώνων, επιτρέποντας στον κλάδο να παράγει περισσότερα σε λιγότερα στρέμματα.

Περιβαλλοντικές προκλήσεις
Η Πολωνία αναμένεται να καταγράψει τη μεγαλύτερη μείωση καλλιεργήσιμων εκτάσεων λόγω της αποχώρησης των μικροκαλλιεργητών, γεγονός που ισοσκελίζεται εν μέρει από τις βελτιωμένες αποδόσεις. Η Ουγγαρία ξεχωρίζει ως η μόνη μεγάλη παραγωγός με σαφή πρόβλεψη αύξησης της απόδοσης έως το 2035, ενώ άλλες χώρες ενδέχεται να παρουσιάσουν μικρή κάμψη. Συνολικά, οι παραγωγοί στην ΕΕ συνεχίζουν να δέχονται ισχυρές πιέσεις από την κλιματική αλλαγή, τον περιορισμό των φυτοπροστατευτικών προϊόντων και το συνεχώς αυξανόμενο εργατικό κόστος.
Εκτιμήσεις για τις εμπορικές δραστηριότητες
Στο εμπορικό μέτωπο, οι εξαγωγές αναλαμβάνουν πρωταγωνιστικό ρόλο, με το μερίδιό τους επί της συνολικής παραγωγής να αναμένεται να αυξηθεί από το 50% στο 55% έως το 2035. Αν και η Πολωνία και η Ιταλία θα παραμείνουν οι κορυφαίοι εξαγωγείς, ο ρυθμός ανάπτυξής τους ενδέχεται να επιβραδυνθεί, παρά τη συνολική αύξηση του όγκου εξαγωγών της ΕΕ κατά 4,9%. Αντίθετα, στα μεταποιημένα προϊόντα η ΕΕ αναμένεται να καταστεί δομικά πιο εξαρτημένη από τις εισαγωγές, λόγω της αυξημένης ζήτησης σε μεγάλες αγορές όπως η Γερμανία και η Γαλλία, αν και οι όγκοι αυτοί θα παραμείνουν σε σχετικά ελεγχόμενα επίπεδα.








