Προς ολοκλήρωση βαίνει η σεζόν της ελληνικής φράουλας, ενός αγαπημένου προϊόντος για το καταναλωτικό κοινό, το οποίο διαθέτει έντονο κόκκινο χρώμα και νόστιμη γεύση.
Ωστόσο, πέρα από την κλασική εκδοχή που όλοι γνωρίζουμε, το δικό της κοινό κερδίζει σταδιακά και η λευκή φράουλα, μια εντελώς διαφορετική ποικιλία. Μιλάμε για μια ποικιλία με εντυπωσιακή εμφάνιση: εντελώς λευκή, με μικρούς σπόρους που γίνονται κόκκινοι όταν ο καρπός είναι πλήρως ώριμος. Όσο για τη γεύση, είναι ένα από τα στοιχεία που κεντρίζουν περισσότερο το ενδιαφέρον όσων τη δοκιμάζουν για πρώτη φορά. Γλυκιά και αρωματική, διατηρεί τη γεύση της παραδοσιακής φράουλας, με μια επίγευση τροπικού φρούτου που θυμίζει τον ανανά.
Οι λευκές φράουλες έχουν μακρά ιστορία με καταγωγή από τη Νότια Αμερική. Οι σύγχρονες λευκές φράουλες καλλιεργήθηκαν αργότερα μέσω υβριδοποίησης στο πλαίσιο ιαπωνικών προγραμμάτων βελτίωσης, τα οποία τις μετέτρεψαν στο υψηλής ποιότητας, γλυκό και αρωματικό φρούτο που γνωρίζουμε σήμερα.
Η διάδοση στην Ευρώπη
Στην Ευρώπη, η ποικιλία αυτή είναι διαδεδομένη τα τελευταία χρόνια, με κύριες ποικιλίες την «Pineberry» και την «Fragaria vesca». Η πρώτη διακρίνεται για τα χαρακτηριστικά που περιγράφθηκαν νωρίτερα, ενώ η δεύτερη αποτελεί ενδημικό είδος που αναπτύσσεται αυτοφυώς.
Από τις σημαντικότερες χώρες καλλιέργειας φράουλας στην Ευρώπη είναι η Ιταλία, χάρη στις πολύ καλές εδαφοκλιματικές συνθήκες. Σύμφωνα με αναφορές της εταιρείας στο Fruitbook Magazine, γίνεται λόγος για ένα προϊόν θερμοκηπιακής καλλιέργειας με ευαίσθητες αγρονομικές απαιτήσεις, το οποίο αποδίδει χαμηλότερους όγκους από τις παραδοσιακές ποικιλίες.
Οι λευκές φράουλες προορίζονται για εξειδικευμένες αγορές, γι’ αυτό και διατίθενται από premium σημεία πώλησης και μπουτίκ φρούτων. Παρόλο που η παραγωγή αφορά περιορισμένο όγκο ποσοτήτων, το ενδιαφέρον του καταναλωτικού κοινού έχει οδηγήσει σε διπλασιασμό της παραγωγής, αλλά και σε διεύρυνση των εξαγωγών στη Βόρεια Ευρώπη (Γερμανία – Αυστρία).
Στην Ελλάδα, οι λευκές φράουλες αποτελούν ένα premium προϊόν, γι’ αυτό και διατίθενται κυρίως σε premium καταστήματα, αλλά και σε ελάχιστες αλυσίδες σούπερ μάρκετ σε περιορισμένες ποσότητες.






