Έπειτα από σχεδόν δύο δεκαετίες καταστροφικών ζημιών από τη νόσο HLB («πρασίνισμα των εσπεριδοειδών»), η ανάπτυξη ανθεκτικών ποικιλιών προσφέρει μια σημαντική προοπτική για τον κλάδο, αν και η υιοθέτησή τους συνεπάγεται σύνθετες οικονομικές και πρακτικές προκλήσεις. Σύμφωνα με μελέτη των Πανεπιστημίων της Φλόριντα και του Ουαγιόμινγκ (δημοσιευμένη στο Agricultural Systems), η άμεση αντικατάσταση των καλλιεργειών δεν αποτελεί πάντα τη συμφερότερη επιλογή, καθώς η πολυετής φύση των εσπεριδοειδών απαιτεί υψηλό αρχικό κόστος και αρκετά χρόνια μέχρι τα νέα δέντρα να φτάσουν σε πλήρη απόδοση, καθιστώντας συχνά προτιμότερη τη διατήρηση των ήδη προσβεβλημένων αλλά ακόμη παραγωγικών δέντρων.
Οι ερευνητές προσδιορίζουν το 80% ως το κρίσιμο όριο ανθεκτικότητας της νέας ποικιλίας: κάτω από αυτό το ποσοστό οι παραγωγοί συμφέρει να διατηρούν τα δαπανηρά προγράμματα χημικών ψεκασμών κατά του εντόμου-φορέα (ACP) για την προστασία της παραγωγής, ενώ από το 80% και πάνω η εξοικονόμηση πόρων από τη διακοπή των ψεκασμών υπερκαλύπτει τις πιθανές απώλειες, καθιστώντας τη μετάβαση βιώσιμη, ιδιαίτερα σε καλλιέργειες υψηλής πυκνότητας.
Ωστόσο, η μελέτη υπογραμμίζει τον κίνδυνο σοβαρών παρενεργειών για την περιφερειακή οικονομία, καθώς οι ανθεκτικές ποικιλίες δεν θα διατεθούν ταυτόχρονα για όλα τα είδη εσπεριδοειδών (π.χ. πορτοκάλια Valencia), γεγονός που σημαίνει ότι η μεμονωμένη διακοπή των ψεκασμών από έναν παραγωγό μπορεί να επιταχύνει τη μετάδοση της νόσου στους γειτονικούς οπωρώνες, καθιστώντας απαραίτητο τον κεντρικό συντονισμό και τις στοχευμένες πολιτικές παρεμβάσεις για τη διατήρηση της σταθερότητας του τομέα.
Πηγή: FreshFruit Portal
Ζ.Γ.






