Ακολουθεί ανακοίνωση σχετικά με τις εισαγωγές νωπών οπωροκηπευτικών του 1ου εξαμήνου του 2025 από τον ειδικό σύμβουλο της Incofruit Hellas, κ. Γιώργο Πολυχρονάκη:
Μετά την αύξηση των εισαγωγών που παρατηρήθηκε τον Μάιο κατά +13% σε σύγκριση με τον Μάιο του 2024, οι εισαγωγές, βάσει προσωρινών στοιχείων, κατά τη διάρκεια του Ιουνίου αυξήθηκαν κατά +43,245% σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του 2024.
Με βάση τα ίδια, προσωρινά, στοιχεία, εκτιμάται ότι οι εισαγωγές συνεχίστηκαν και κατά το α’ εξάμηνο του 2025, καταγράφοντας συνολικά 434.790 χιλ. τόνους φρούτων και λαχανικών, έναντι 420.530 χιλ. τόνων το αντίστοιχο διάστημα του 2024, παρουσιάζοντας αύξηση +3,4%.
Αναλυτικά οι εισαγωγές του εξαμήνου για τα κυριότερα προϊόντα έχουν ως εξής:
α) 189.800 τόνοι πατάτες έναντι 200.770 το 2024 (-5,4%), προερχόμενες (βάσει κατανομής κατά χώρα σύμφωνα με στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το Α΄ τετράμηνο 2025) από Αίγυπτο (75,7%), Γαλλία, Κύπρο και Ολλανδία.
β) 156.477 τόνοι μπανάνες έναντι 132.982 το 2024 (+17,7%), προερχόμενες από Ισημερινό (92,7%), και ακολουθούν Κόστα Ρίκα, Κολομβία κ.ά.
γ) 9.544 τόνοι κρεμμύδια έναντι 8.367 το 2024 (+14%), προερχόμενα από Αυστρία (32,6%), Ολλανδία, Ινδία, Αίγυπτο κ.ά.
δ) 2.737 τόνοι τομάτες έναντι 2.266 το 2024 (+21%), προερχόμενες από Γερμανία, Τουρκία, Ολλανδία.
ε) 2.020 τόνοι πιπεριές (γλυκοπιπεριές) έναντι 2.577 το 2024 (-21%), προερχόμενες από Ισραήλ (49,8%), Ολλανδία, Ισπανία κ.ά.
στ) 7.047 τόνοι μήλων έναντι 12.247 το 2024 (-42%), προερχόμενα από Ιταλία (34,2%) και ακολουθούν Πολωνία, Βόρεια Μακεδονία κ.ά.
ζ) 4.022 τόνοι αβοκάντο έναντι 3.751 το 2024 (+7,2%), προερχόμενα από Ολλανδία (68,7%) και ακολουθούν Ισραήλ, Ισπανία, Κύπρος κ.ά.
η) 1.191 τόνοι μανταρίνια έναντι 1.046 το 2024 (+13,9%), προερχόμενα από Ισραήλ (42,4%) και ακολουθούν Κύπρος, Βουλγαρία, Ρουμανία.
θ) 2.119 τόνοι πορτοκάλια έναντι 2.847 το 2024 (-25,6%), προερχόμενα κυρίως από Αίγυπτο (2.015 τόνοι). Ωστόσο, δηλώνονται σε μεγάλο βαθμό ως προερχόμενα από Βουλγαρία και Ρουμανία — χώρες χωρίς παραγωγή εσπεριδοειδών — κάνοντας χρήση διατάξεων του άρθρου 42 του Τελωνειακού Κώδικα.
ι) 10.549 τόνοι λεμόνια και γλυκολέμονα έναντι 9.348 το 2024 (+12,8%), προερχόμενα από Ολλανδία (64,9%) και ακολουθούν Ιταλία, Τουρκία κ.ά.
ια) 3.482 τόνοι αχλάδια έναντι 4.215 το 2024 (-17,4%), προερχόμενα από Αργεντινή (23,4%) και ακολουθούν Ολλανδία, Νότια Αφρική κ.ά.
ιβ) 7.244 τόνοι μανιτάρια έναντι 7.077 το 2024 (+2,4%), προερχόμενα κυρίως από Πολωνία (97,4%) και ακολουθούν Ιταλία, Ολλανδία κ.ά.
Εκτός από τα παραπάνω, εισήχθησαν και άλλα φρούτα και λαχανικά όπως κολοκυθάκια (Τουρκία), κουνουπίδια (Ιταλία, Βουλγαρία), καρότα (Ολλανδία, Βέλγιο), σκόρδα (Ιταλία, Ισπανία), μαρούλια (Αίγυπτος), ακόμη και ραπανάκια και μάραθος (Ιταλία), καρπούζια (Ολλανδία, Ισπανία), πεπόνια (Ολλανδία, Αίγυπτος), μάνγκο (Ολλανδία, Ισπανία, Ιταλία), νεκταρίνια (Ισπανία) κ.ά.
Η εισαγωγή νωπών φρούτων και λαχανικών δείχνει συνεχή ενίσχυση του ξένου ανταγωνισμού, τόσο στη χώρα μας όσο και στις λοιπές κοινοτικές αγορές.
Οι αυξημένες εισαγωγές από τρίτες χώρες οφείλονται στις υφιστάμενες αποκλίσεις σε εργασιακά, κοινωνικά, περιβαλλοντικά και άλλα θέματα μεταξύ κοινοτικών και μη κοινοτικών παραγωγών, οδηγώντας σε άνιση ανταγωνιστικότητα και συνεχή άνοδο των εισαγωγών στην αγορά της ΕΕ και της Ελλάδας.
Εντύπωση προκαλεί η εισαγωγή νωπών φρούτων και λαχανικών τα οποία παράγονται σε επάρκεια στη χώρα μας, ικανή να καλύψει πλήρως την εγχώρια ζήτηση, με πλεονάζουσες ποσότητες να εξάγονται καταγράφοντας ρεκόρ τόσο σε ποσότητες όσο και σε αξίες. Δικαιολογημένες είναι μόνο οι εισαγωγές τροπικών προϊόντων που δεν παράγονται στην Ελλάδα.
Η απόκλιση μεταξύ φυτοϋγειονομικών, εργασιακών και κοινωνικών προτύπων που εφαρμόζονται στην ΕΕ και αυτών που ισχύουν στις τρίτες χώρες καθιστά τους κοινοτικούς παραγωγούς ολοένα και λιγότερο ανταγωνιστικούς.
Είναι απαραίτητο τα εισαγόμενα φρούτα και λαχανικά από τρίτες χώρες να πληρούν τις ίδιες ποιοτικές προδιαγραφές που ισχύουν για τους παραγωγούς (γεωργούς και κτηνοτρόφους) της ΕΕ, με ίσες εργασιακές συνθήκες και ίδια χρήση φυτοπροστατευτικών προϊόντων.
Παράλληλα, οι ελληνικές ελεγκτικές αρχές πρέπει να διενεργούν αυστηρούς ελέγχους για την τήρηση των εμπορικών προδιαγραφών ποιότητας και την απουσία υπολειμμάτων φυτοφαρμάκων στα εισαγόμενα προϊόντα, διασφαλίζοντας ότι δεν γίνεται “ελληνοποίησή” τους.
Αντίστοιχοι έλεγχοι πρέπει να διενεργούνται και στα εξαγόμενα οπωροκηπευτικά προϊόντα, ώστε να διασφαλίζεται η φήμη των ελληνικών προϊόντων, συμβάλλοντας στην περαιτέρω αύξηση των εξαγωγών.





