Το μπλοκάρισμα οχημάτων που διακινούν παράνομα πορτοκάλια απευθείας από το κτήμα -προϊόντα που δεν πληρούν τις προδιαγραφές τις οποίες ρητά έχει θεσπίσει η Πολιτεία για τη διακίνηση φρέσκων φρούτων και λαχανικών- έφερε στην επιφάνεια μια σκληρή πραγματικότητα και στην Αιτωλοακαρνανία. Αντί κάποιοι να συμμορφωθούν με τη νομιμότητα, επέλεξαν τον δρόμο των απειλών και του τραμπουκισμού.
Συγκεκριμένα, μερίδα τοπικών μεσιτών, βλέποντας τα συμφέροντά της να θίγονται από τους ελέγχους που πραγματοποίησε και συνεχίζει να πραγματοποιεί η Πολιτεία, επιδίδεται σε ένα κρεσέντο απειλών προς κάθε κατεύθυνση. Στοχοποιούν τοπικούς συσκευαστές, ακόμη και υπαλλήλους της ΔΑΟΚ Αιτωλοακαρνανίας, επιχειρώντας να εκφοβίσουν όσους εφαρμόζουν τον νόμο.
Η κατάσταση αυτή δεν μπορεί και δεν πρέπει να γίνει ανεκτή. Το Υπουργείο είναι ενήμερο και, σύμφωνα με τις πληροφορίες μας, πλέον τον λόγο έχει η Δικαιοσύνη. Σε ένα κράτος δικαίου, κανείς δεν βρίσκεται πάνω από τον νόμο.
Η οργανωμένη παραπληροφόρηση
Πέρα από τις απειλές, η ίδια μερίδα μεσιτών επιχειρεί συστηματικά να παραπλανήσει τους παραγωγούς. Διακινούν τον ισχυρισμό ότι «αν δεν είχαν έρθει οι Ιταλοί, τα ελληνικά συσκευαστήρια θα έπαιρναν τσάμπα τα πορτοκάλια», επιχειρώντας να στρέψουν τους παραγωγούς εναντίον των ελέγχων και της νομιμότητας. Πρόκειται για έναν επικίνδυνο και αποπροσανατολιστικό ισχυρισμό.
Η αλήθεια είναι ξεκάθαρη:
- Υπάρχουν θεσπισμένοι κανόνες που ορίζουν τις προδιαγραφές και τις προϋποθέσεις διακίνησης των φρούτων. Οι κανόνες αυτοί ισχύουν για όλους, χωρίς εξαιρέσεις. Οι έλεγχοι δεν είναι «επιλεκτικοί» ούτε εφαρμόζονται κατά το δοκούν, ανάλογα με το ποιος ωφελείται κάθε φορά. Η ασυδοσία και η αναρχία δεν έχουν θέση σε ένα οργανωμένο κράτος.
- Η διακίνηση προϊόντων απευθείας από το κτήμα στερεί πολύτιμα έσοδα από τις τοπικές κοινωνίες. Όταν η διαλογή και η συσκευασία γίνονται εκτός χώρας, χάνονται θέσεις εργασίας, φορολογικά έσοδα και προστιθέμενη αξία που θα μπορούσαν να παραμείνουν στην ελληνική οικονομία.
- Το πιο ανησυχητικό: αμαυρώνεται η φήμη των ελληνικών προϊόντων και της χώρας. Δεν είναι δυνατόν η ελληνική παραγωγή να καταλήγει να εμφανίζεται ως προϊόν άλλης χώρας. Δεν μπορεί ο Έλληνας παραγωγός να βλέπει τον κόπο του να «βαφτίζεται» αλβανικό ή άλλο προϊόν, επειδή κάποιοι επέλεξαν το γρήγορο και ανεξέλεγκτο κέρδος.
Αντί να ενθαρρύνεται η φυγή της προστιθέμενης αξίας στο εξωτερικό, ο στόχος οφείλει να είναι η δημιουργία επενδύσεων και υποδομών εντός της χώρας —όπως έχει ήδη συμβεί στον τομέα των ακτινιδίων, όπου ξένοι επιχειρηματίες επένδυσαν στην Ελλάδα, δημιουργώντας θέσεις εργασίας και ανάπτυξη.
Το δίλημμα είναι σαφές:
Νομιμότητα και διαφάνεια ή εκφοβισμός και ασυδοσία. Η απάντηση δεν μπορεί να είναι αμφίσημη.







