Η ευρωπαϊκή αγορά πορτοκαλιού βασίζεται κυρίως στην εγχώρια παραγωγή, ωστόσο οι προμηθευτές από χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος ενισχύουν σταδιακά τη θέση τους. Σύμφωνα με στοιχεία, οι εισαγωγές από τρίτες χώρες αυξήθηκαν από 1,05 εκατομμύρια τόνους το 2021 σε 1,08 εκατομμύρια τόνους το 2025, φτάνοντας το 34,2% του συνόλου.
Το εμπόριο ακολουθεί την εποχικότητα της ευρωπαϊκής παραγωγής. Η τοπική προσφορά κορυφώνεται κατά τη διάρκεια της ισπανικής περιόδου και μειώνεται από τον Ιούνιο. Αντίθετα, οι εισαγωγές από εκτός Ευρώπης προελεύσεις κυριαρχούν το καλοκαίρι και συγκεκριμένα από τον Ιούλιο έως τον Οκτώβριο, καλύπτοντας το εποχικό κενό.
Βασικές αγορές για φρέσκα πορτοκάλια αναδεικνύονται η Ολλανδία, η οποία λειτουργεί ως βασικός κόμβος διαμετακόμισης,, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία, η Ισπανία, η Πορτογαλία και η Ιταλία. Η κατά κεφαλήν κατανάλωση ποικίλλει σημαντικά: η Ελλάδα καταγράφει υψηλή κατανάλωση 54 κιλών ανά άτομο, ακολουθούμενη από τη Ισπανία, την Πορτογαλία και την Ιταλία, χώρες με δική τους παραγωγή. Αντίθετα, η κατανάλωση είναι χαμηλότερη στη Βορειοδυτική και Κεντρική Ευρώπη (π.χ. Γερμανία, Γαλλία, Ολλανδία), όπου η εξάρτηση από τις εισαγωγές είναι απόλυτη.
Τέλος, τα βιολογικά πορτοκάλια αποτελούν μια μικρότερη αλλά εξειδικευμένη κατηγορία. Οι ευρωπαϊκές εισαγωγές βιολογικών από τρίτες χώρες ανήλθαν σε 7.100 τόνους, προσφέροντας ευκαιρίες σε πιστοποιημένους παραγωγούς που μπορούν να καλύψουν τα κενά της εκτός εποχής περιόδου με διαφάνεια και ανταγωνιστικές τιμές.







