Μια νέα ενδιαφέρουσα χαρτογράφηση του αγροτικού τομέα της Ελλάδας και τις σημαντικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει αποτύπωσε η νέα ανάλυση της διαΝΕΟσις. Η νέα ανάλυση της διαΝΕΟσις για τον Αγροτικό Τομέα δημοσιεύεται στη σκιά μιας πυκνής επικαιρότητας, είτε πρόκειται για την υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ και την ευλογιά των προβάτων, είτε για τις επιπτώσεις των πρόσφατων πολέμων στο κόστος παραγωγής.
Ο αγροτικός τομέας σε κρίσιμο σημείο
Με βάση τα στοιχεία της έρευνας, ο Αγροτικός Τομέας (ΑΤ) στην Ελλάδα βρίσκεται σήμερα σε ένα κρίσιμο σημείο. Από τη μία πλευρά, εξακολουθεί να έχει σημαντικό οικονομικό και κοινωνικό αποτύπωμα. Εξασφαλίζει επάρκεια τροφίμων για τη χώρα και συμβάλλει στην απασχόληση, στις εξαγωγές και στην τροφοδοσία μιας σειράς κλάδων, από τη Μεταποίηση έως τον Τουρισμό. Από την άλλη πλευρά, όμως, σωρεύονται μεγάλες αδυναμίες –άλλες μακροχρόνιες και άλλες συγκυριακές–, οι οποίες περιορίζουν την παραγωγικότητα, καθιστούν τα τοπικά προϊόντα λιγότερο ανταγωνιστικά και βάζουν εμπόδια στη μακροπρόθεσμη προσαρμογή του Τομέα σε μεγάλες προκλήσεις, όπως το Δημογραφικό και η κλιματική αλλαγή.
Σε γενικές γραμμές, το κατακερματισμένο μέγεθος των εκμεταλλεύσεων, η γήρανση του αγροτικού πληθυσμού, το χαμηλό επίπεδο κατάρτισης, η υστέρηση σε επενδύσεις, η άνοδος του κόστους παραγωγής και οι ολοένα πιο ορατές πιέσεις της κλιματικής αλλαγής συνθέτουν ένα πολύπλοκο και δυναμικό πλέγμα προβλημάτων.
Ο Αγροτικός Τομέας σήμερα
Eίναι βέβαιο ότι ο Αγροτικός Τομέας συνεισφέρει σημαντικά στην κοινωνική και οικονομική ζωή της χώρας. Για το 2024, η συνολική αξία της ελληνικής αγροτικής παραγωγής εκτοξεύτηκε στα 15,7 δισ. ευρώ, ενώ η απασχόληση στον κλάδο άγγιξε τις 450.000 άτομα, καλύπτοντας το 10,5% του συνολικού εργατικού δυναμικού της οικονομίας. Στην κορυφή των παραγόμενων προϊόντων κυριαρχούν τα φρούτα με μερίδιο 32%, επιβεβαιώνοντας τη δυναμική τους. Ακολουθούν τα ζωικά προϊόντα (15%), ενώ το ελαιόλαδο και τα κηπευτικά μοιράζονται από 13%, συνθέτοντας τη ραχοκοκαλιά των ελληνικών εξαγωγών και της εγχώριας κατανάλωσης. Πέρα από τη συμβολή στο ΑΕΠ, ο κλάδος τροφοδοτεί τη μεταποίηση και τον τουρισμό, με το 85% της παραγωγής να διατίθεται εγχωρίως. Παράλληλα, οι εξαγωγές καλπάζουν με ρυθμό 8,1% (2019-2024), διατηρώντας σταθερά πλεονασματικό ισοζύγιο από το 2012.

Ο γρίφος της παραγωγικότητας
Παρά τη θετική ονομαστική εικόνα, ο ελληνικός αγροτικός τομέας πλήττεται από τη διαρκή μείωση της πραγματικής παραγωγικότητας. Αν και η αξία της παραγωγής εμφανίζεται αυξημένη λόγω τιμών, σε πραγματικούς όρους συρρικνώνεται, με την Προστιθέμενη Αξία (ΑΠΑ) να υποχωρεί σταθερά κατά 1% ετησίως από το 1995, αγγίζοντας ιστορικά χαμηλά.
Το πρόβλημα εστιάζεται στη δυσαναλογία απασχόλησης και απόδοσης: η Ελλάδα απασχολεί 3,5 φορές περισσότερους εργαζομένους από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, αλλά παράγει δυσανάλογα μικρότερη αξία. Αυτή η χαμηλή αποτελεσματικότητα στη χρήση γης και εργασίας υπονομεύει την ανταγωνιστικότητα και τα αγροτικά εισοδήματα, αναδεικνύοντας δομικές αδυναμίες που χρήζουν άμεσης αντιμετώπισης.

Οι τομείς που περιορίζουν την ανάπτυξη
Μικρές και κατακερματισμένες αγροτικές εκμεταλλεύσεις
Το μικρό μέγεθος της αγροτικής γης αποτελεί επίμονο πρόβλημα, με την Ελλάδα να κατέχει την τέταρτη μικρότερη μέση έκταση στην ΕΕ. Το 45% των εκμεταλλεύσεων είναι κάτω από 20 στρέμματα, εμποδίζοντας τις οικονομίες κλίμακας. Οι μεγάλες μονάδες άνω των 300 στρεμάτων σπανίζουν, με αποτέλεσμα να χάνεται η δυνατότητα για επενδύσεις, μειωμένο κόστος και σύγχρονες πρακτικές μάρκετινγκ που δημιουργούν επιπλέον αξία στην παραγωγή.

Μεγάλη ηλικία των αγροτών
Η γήρανση του πληθυσμού επηρεάζει τον τρόπο λήψης αποφάσεων και την κατανόηση των τεχνολογικών εξελίξεων. Οι απασχολούμενοι έως 39 ετών μειώνονται σταθερά, ενώ η χώρα πρέπει να αναπληρώσει 350.000 αγρότες τα επόμενα χρόνια. Το υψηλό κόστος εισόδου, η αβεβαιότητα λόγω καιρικών συνθηκών και η έλλειψη αξιοκρατίας στον ΟΠΕΚΕΠΕ αποτελούν σημαντικά αντικίνητρα για τους νέους, απειλώντας με περαιτέρω εγκατάλειψη της χρησιμοποιούμενης γης.

Χαμηλό επίπεδο κατάρτισης
Οι Έλληνες αγρότες είναι από τους λιγότερο εκπαιδευμένους στην ΕΕ, με το 94,4% των διαχειριστών να στερείται κατάρτισης και να βασίζεται μόνο στην πρακτική εμπειρία. Το 90% της χρησιμοποιούμενης έκτασης βρίσκεται σε χέρια χωρίς εκπαίδευση. Οι υπάρχοντες θεσμοί, όπως οι έξι Σχολές Ανώτερης Επαγγελματικής Κατάρτισης (ΣΑΕΚ) του ΕΛΓΟ «ΔΗΜΗΤΡΑ», μοιάζουν ανεπαρκείς να καλύψουν τη μεγάλη αυτή ανάγκη για τον εκσυγχρονισμό του τομέα.

Υστέρηση σε επενδύσεις
Ο Αγροτικός Τομέας κατέγραψε μεγάλη μείωση επενδύσεων μετά το 2008. Παρότι η δαπάνη ανά στρέμμα φαίνεται υψηλή, ο κατακερματισμός οδηγεί σε αγορά φθηνού και μεταχειρισμένου εξοπλισμού αντί για σύγχρονα μηχανήματα. Η συμμετοχή σε συνεταιρισμούς και ομάδες παραγωγών φτάνει μόλις το 1/5 της παραγωγής, στερώντας τη δυνατότητα για μείωση του κόστους και καλύτερη κατανομή κεφαλαίων λόγω έλλειψης εμπιστοσύνης και οργανωτικών αδυναμιών.

Κόστος παραγωγής
Η άνοδος του κόστους παραγωγής αποτελεί πιεστικό πρόβλημα, καθώς η γεωργία εξαρτάται άμεσα από την ενέργεια και τα λιπάσματα. Ο πόλεμος στην Ουκρανία και η πληθωριστική κρίση προκάλεσαν αναταραχή στο διεθνές εμπόριο και ανατιμήσεις στο φυσικό αέριο. Αυτό δημιούργησε ένα νέο κύμα πίεσης στο εισόδημα και δυσκολίες στον προγραμματισμό, ενώ πρόσφατα εξετάζονται και οι επιπτώσεις από τον πόλεμο στο Ιράν.

Κλιματική αλλαγή και ύδατα
Η κλιματική αλλαγή φέρνει λιγότερες βροχοπτώσεις, ξηρασίες και ακραία φαινόμενα, όπως ο Daniel, που πλήττουν τη Θεσσαλία. Η γεωργία καταναλώνει το 80%-85% του νερού, καθιστώντας την ορθολογική χρήση των υδάτων επιτακτική. Ωστόσο, οι 450 οργανισμοί εγγείων βελτιώσεων (ΤΟΕΒ/ΓΟΕΒ) παρουσιάζουν δυσλειτουργίες και κενά, ενώ οι κτηνοτρόφοι αντιμετωπίζουν το διπλό βάρος των λιγότερο αποδοτικών ζωοτροφών και των αυξημένων αναγκών σε νερό.
Η ανάγκη για ένα Εθνικό Σχέδιο
Με βάση τα στοιχεία που προαναφέρθηκαν και τα σημεία που χρήζουν βελτίωσης στον αγροτικό τομέα, καθίσταται σαφές ότι για να ξεπεραστούν τα δομικά εμπόδια και να ενισχυθεί η παραγωγικότητα, απαιτείται η άμεση εφαρμογή ενός ολοκληρωμένου Εθνικού Σχεδίου. Η υλοποίηση αυτού του σχεδιασμού κρίνεται επιτακτική, καθώς η μόνιμη πολιτική αναβλητικότητα έχει εξαντλήσει τα διαθέσιμα χρονικά περιθώρια. Το Σχέδιο πρέπει να ενσωματώνει δράσεις που θωρακίζουν τη χώρα απέναντι στις γεωπολιτικές αναταραχές και την ενεργειακή αστάθεια. Μέσα στα επόμενα χρόνια θα κριθεί αν η ελληνική γη θα παραμείνει παραγωγικά ενεργή ή θα οδηγηθεί στην εγκατάλειψη. Οι αποφάσεις που δεν λαμβάνονται σήμερα θα κοστίσουν ακριβότερα αύριο, καθιστώντας την ανθεκτικότητα του τομέα όρο εθνικής και οικονομικής ασφάλειας.
*Το κείμενο της έρευνας υπογράφεται από δύο στελέχη του οργανισμού, τη Διευθύντρια Ερευνών, Φαίη Μακαντάση, και τον Senior Research Analyst, Ηλία Βαλεντή.
Δείτε ολόκληρη την έρευνας της διαΝΕΟσις εδώ.
.








