Περιορισμένη παραμένει η διείσδυση των ελληνικών επιχειρήσεων στη μεγάλη αγορά της MERCOSUR, με το ΑΕΠ των 3,5 τρισεκατομμυρίων, τόσο λόγω των γεωγραφικών αποστάσεων, όσο και εξαιτίας της ισχυρής παρουσίας χωρών όπως οι ΗΠΑ, η Ισπανία και η Πορτογαλία, σύμφωνα με τον πρόεδρο του ICC (Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου) Hellas, Πέτρο Δούκα. Οι εμπορικές σχέσεις Ελλάδας–MERCOSUR, πρόσθεσε, παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα, με τις ελληνικές εξαγωγές να ανέρχονται σε μόλις περίπου 200 εκατ. ευρώ, σε σύγκριση με το σύνολο των εξαγωγών της χώρας που προσεγγίζει τα 50 δισ. ευρώ.
Αναφερόμενος στην Ινδία, επεσήμανε ότι, παρά το περιορισμένο ακόμη διμερές εμπόριο, «οι ιστορικές και πολιτιστικές σχέσεις των δύο χωρών αποτελούν ένα ισχυρό, αλλά μέχρι σήμερα υποαξιοποιημένο, θεμέλιο που θα μπορούσε να οδηγήσει σε σημαντική ενίσχυση τόσο του εμπορίου όσο και των επενδύσεων στο μέλλον». Υπάρχουν ωστόσο σημαντικές δυνατότητες ενίσχυσης της ελληνικής παρουσίας μέσω της αξιοποίησης του διεθνούς δικτύου του ICC, των ελληνικών παροικιών, των εξαγωγικών συνδέσμων, καθώς και των εργαλείων που προσφέρουν το Υπουργείο Ανάπτυξης, τα Γραφεία Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων και το Enterprise Greece, συμπλήρωσε.
Τα παραπάνω επισημάνθηκαν κατά τη διάρκεια του Food Export Summit του Συνδέσμου Εξαγωγέων- ΣΕΒΕ, που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα, με την ευκαιρία της διεθνούς έκθεσης τροφίμων και ποτών FOOD EXPO. Κατά τον χαιρετισμό του, ο πρόεδρος του ΣΕΒΕ, Συμεών Διαμαντίδης, αναφέρθηκε στη σημασία των νέων εμπορικών εξελίξεων για τις ελληνικές εξαγωγές τροφίμων και ποτών, επισημαίνοντας ότι το διεθνές εμπορικό περιβάλλον μεταβάλλεται διαρκώς, δημιουργώντας τόσο προκλήσεις, όσο και νέες ευκαιρίες για τις εξαγωγικές επιχειρήσεις. Όπως σημείωσε, σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία, το 2025 οι εξαγωγές τροφίμων και ποτών ανήλθαν σε 10,2 δισ. ευρώ, αντιπροσωπεύοντας περίπου το 21% των συνολικών εξαγωγών της χώρας, ενώ οι εισαγωγές διαμορφώθηκαν περίπου στα 10,4 δισ. ευρώ. Τα στοιχεία αυτά, όπως τόνισε, καταδεικνύουν τόσο τη δυναμική όσο και τις προκλήσεις που εξακολουθεί να αντιμετωπίζει ο κλάδος, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για περαιτέρω ενίσχυση της παραγωγής, της ανταγωνιστικότητας και της διεθνούς παρουσίας των ελληνικών επιχειρήσεων. Παράλληλα, αναφέρθηκε στις εξελίξεις στις αγορές των ΗΠΑ, της MERCOSUR και της Ινδίας, τονίζοντας ότι οι νέες εμπορικές συμφωνίες και οι μεταβολές στο δασμολογικό περιβάλλον δημιουργούν νέες προοπτικές για την περαιτέρω ενίσχυση της εξωστρέφειας των ελληνικών επιχειρήσεων.
Τη σκυτάλη παρέλαβε ο εκτελεστικός αντιπρόεδρος του ΣΕΒΕ, Παναγιώτης Χασάπης, παρουσιάζοντας την εξέλιξη των ελληνικών εξαγωγών τροφίμων και ποτών πριν και μετά τις εμπορικές συμφωνίες, καθώς και τις ευκαιρίες που ενδέχεται να προκύψουν, βάσει της ανάλυσης του ΙΕΕΣ – του Ινστιτούτου Εξαγωγικών Ερευνών και Σπουδών του ΣΕΒΕ. Το 2025, σημείωσε, οι ελληνικές εξαγωγές του κλάδου τροφίμων και ποτών αυξήθηκαν σε ποσοστό σημαντικά υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Την ίδια στιγμή, το εμπορικό ισοζύγιο του κλάδου να παρουσιάζει ένα σχετικά περιορισμένο έλλειμμα της τάξης των 183 εκατ., γεγονός που αναδεικνύει τόσο τη δυναμική όσο και τις προκλήσεις που -όπως είπε- εξακολουθεί ν’ αντιμετωπίζει η ελληνική αγροδιατροφή. Παράλληλα, παρουσίασε τις βασικές εξαγωγικές κατηγορίες του κλάδου, με τους καρπούς και τα φρούτα (1,8 δισ.), τα παρασκευάσματα λαχανικών και φρούτων (1,77 δισ.) και τα γαλακτοκομικά προϊόντα (περίπου 1,7 δισ.) να καταλαμβάνουν τις πρώτες θέσεις, επιβεβαιώνοντας τον καθοριστικό ρόλο της ελληνικής πρωτογενούς παραγωγής και μεταποίησης στο εξαγωγικό αποτύπωμα της χώρας.
Πηγή:Businessnews.gr





