spot_img
spot_img

freshletter_page_018

ΕΣΠΕΡΙΔΟΕΙΔΗ – ΙΣΠΑΝΙΑ

ΜΕ ΟΨΙΜΗΣΗ ΑΛΛΑ ΣΕ ΠΙΟ ΑΔΕΙΑ ΑΓΟΡΑ ΞΕΚΙΝΗΣΕ Η ΣΥΓΚΟΜΙΔΗ ΣΤΙΣ ΚΛΗΜΕΝΤΙΝΕΣ

Οι πρώτες ισπανικές κλημεντίνες με φύλλα φτάνουν ήδη στις αγορές, αν και ακόμη σε περιορισμένες ποσότητες, λόγω της καθυστέρησης στην ωρίμανση και τον χρωματισμό του φλοιού μετά από ένα υπερβολικά ζεστό καλοκαίρι.

Με καθυστέρηση μιας εβδομάδας ξεκίνησε η εμπορία των πρώτων κλημεντίνων με φύλλο της ποικιλίας Orogros από τα κτήματα της ανατολικής Ανδαλουσίας, ενώ όψιμα ωριμάζουν φέτος οι κλημεντίνες και στη Βαλένθια. Συγκεκριμένα, όπως σημειώνει ο Juan Pedro Beltrán, διευθύνων σύμβουλος της ισπανικής εταιρείας V.Ros. που ειδικεύεται στα εσπεριδοειδή, «Φέτος ξεκινήσαμε με τουλάχιστον 7 ημέρες καθυστέρηση, καθώς το καλοκαίρι ήταν υπερβολικά ζεστό και ο καρπός χρειάζεται περισσότερο χρόνο για να πάρει το σωστό χρώμα» Σημειώνουμε, πως την τρέχουσα εβδομάδα ξεκινάει στην Ανδαλουσία και η συγκομιδή της ποικιλίας Oronules.

Όσον αφορά τη συγκομιδή στη Βαλένθια, ο Abel Alarcón, διευθυντής της Agrios Selectos σημειώνει πως «φέτος ξεκινήσαμε απευθείας με την ποικιλία Oronules. Τα προηγούμενα χρόνια, ξεκινήσαμε την εκστρατεία με την ποικιλία Clemenrubí, αλλά φέτος τα μεγέθη – τα οποία είναι μικρότερα γενικά για όλες τις ποικιλίες Κλημεντίνης – ήταν στην πραγματικότητα πολύ μικρά για αυτή την ποικιλία, και τα επίπεδα χυμού ήταν επίσης χαμηλά, λόγω της επίδρασης της ζέστης»

Ομαλή εμπορία, τουλάχιστον για το ξεκίνημα της σεζόν

Όσον αφορά το ξεκίνημα της νέας σεζόν φετινή απόσυρση των πορτοκαλιών της Νοτίου Αφρικής νωρίτερα από την αγορά, δημιουργεί ευνοϊκό πεδίο για τα ισπανικά πορτοκάλια. «Όταν η αγορά είναι υπερκορεσμένη με εσπεριδοειδή, αυτό πάντα καταλήγει να μας επηρεάζει. Ενώ πέρυσι υπήρξε μια μεγάλη σύγκρουση μεταξύ της έναρξης της ισπανικής περιόδου και του τέλους της εκστρατείας του νότιου ημισφαιρίου, φέτος αναμένουμε μια πολύ πιο ομαλή μετάβαση. Οι πωλήσεις φρούτων από το νότιο ημισφαίριο ήταν πολύ μη ικανοποιητικές πέρυσι, ενώ φέτος η ΕΕ επέβαλε επίσης αυστηρότερες απαιτήσεις για την είσοδο φρούτων από τρίτες χώρες για την αποφυγή παρασίτων, με αποτέλεσμα να μειωθούν τα αποθέματα φρούτων από το εξωτερικό φέτος», δήλωσε ο Lionel Beltran, εμπορικός διευθυντής της V.Ros.

Στην ίδια εκτίμηση καταλήγει και ο Abel Alarcón μιλώντας για τα πορτοκάλια. Συγκεκριμένα σημειώνει πως «φαίνεται ότι η αγορά θα μπορούσε να είναι λίγο πιο “καθαρή” από φρούτα του εξωτερικού φέτος, και αυτό μας επιτρέπει να ξεκινήσουμε την εκστρατεία με μεγαλύτερη αισιοδοξία».

Πιο δύσκολη η πρόσβαση σε μακρινές αγορές

Όσον αφορά τις μακρινές αγορές, ο Juan Pedro Beltrán σημειώνει πως «Παρατηρήσαμε αύξηση των ποσοτήτων που αποστέλλονται στη Βόρεια Αμερική και σε χώρες της Μέσης Ανατολής και αναμένουμε ότι η τάση αυτή θα συνεχιστεί και τη φετινή σεζόν. Είναι αλήθεια ότι το κόστος εφοδιαστικής λόγω των αυξημένων ναύλων έχει γίνει μεγαλύτερη πρόκληση, ενώ υπάρχει επίσης πιο περιορισμένη διαθεσιμότητα εμπορευματοκιβωτίων και πιο αβέβαιοι χρόνοι παράδοσης, αλλά, από την άλλη πλευρά, αυτό σημαίνει επίσης ότι υπάρχουν λιγότεροι “τυχοδιώκτες” ή άπειροι εξαγωγείς που επιλέγουν αυτές τις αγορές, καθώς οι κίνδυνοι είναι υψηλότεροι και πρέπει πραγματικά να ξέρεις τι κάνεις».

Η αύξηση του κόστους σε χωράφι και συσκευαστήριο

Παράλληλα, το κόστος παραγωγής και διακίνησης αυξήθηκε και πάλι σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο. Σχετικά με το κόστος παραγωγής, ο Juan Pedro Beltrán σημειώνει: «Σε όλους τους τομείς, το κόστος παραγωγής και διακίνησης έχει αυξηθεί αρκετά από τη μία χρονιά στην άλλη, από την ενέργεια και τα καύσιμα μέχρι τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα, τα υλικά συσκευασίας, τις μεταφορές κ.λπ. Προφανώς, το κόστος αυτό πρέπει να αντανακλάται στις τιμές πώλησης, αλλά σε ποιο βαθμό; Γνωρίζουμε ότι οι παραγωγοί δεν θα μπορέσουν να βγάλουν κέρδος αν τα φρούτα πωληθούν στην ίδια τιμή με πέρυσι, λαμβάνοντας υπόψη την αναμενόμενη παραγωγή για τη φετινή σεζόν και την αύξηση του κόστους, το οποίο είναι αυξημένο κατά περίπου 15%. Ομοίως, στο συσκευαστήριο, το κόστος έχει αυξηθεί κατά 17% περίπου. Επομένως, η αύξηση της τιμής στα ράφια θα επηρεάσει την κατανάλωση, καθώς φαίνεται ότι τα φρέσκα φρούτα θα γίνουν προϊόν πολυτελείας σε ένα πλαίσιο παγκόσμιου πληθωρισμού».

Στόχος η διατήρηση της ποιότητας και των συνεργασιών

Μέσα σε αυτό το δύσκολο τοπίο της αγοράς, ο βασικός στόχος που τίθεται είναι να διατηρηθεί η ποιότητα της παραγωγής, καθώς επίσης να διατηρηθούν σταθεροί και οι εμπορικοί δεσμοί. «Θα είναι δύσκολο να τους ικανοποιήσουμε όλους, καθώς θέλουμε τόσο οι παραγωγοί όσο και οι καταναλωτές να βρίσκονται σε ευνοϊκή θέση”, λέει ο Lionel Beltrán και προσθέτει πως «πέρυσι, καταφέραμε να αυξήσουμε τον όγκο μας κατά 8%, αλλά φέτος, ο στόχος μας δεν θα είναι να αυξήσουμε τον όγκο μας, αλλά να διατηρήσουμε την ποιότητα των αποστολών μας και να παραμείνουμε πιστοί στις αρχές μας. Από την περασμένη σεζόν, έχουμε ήδη εγκαταλείψει τη χρήση ντίζελ και φυσικού αερίου στις εγκαταστάσεις μας, αντικαθιστώντας τα με pellets βιομάζας και ηλιακούς συλλέκτες. Αυτό μας επέτρεψε να αποκτήσουμε αυτάρκεια».

Η εξέλιξη των τιμών

Όταν έμπαινε ο Σεπτέμβριος, δηλαδή ενώ ακόμα οι καρποί δεν είχαν ωριμάσει, η ομοσπονδία παραγωγών της Βαλένθια, AVA-ASAJA, είχε διαμαρτυρηθεί για το γεγονός ότι οι διακινητές αγόραζαν ήδη πορτοκάλια περίπου στα 0,21 ευρώ το κιλό και Κλημεντίνες στα 0,28 ευρώ το κιλό, ενώ το κόστος παραγωγής αυτών των φρούτων ανέρχονταν στα 0,32 ευρώ το κιλό και 0,39 ευρώ το κιλό αντίστοιχα.

Από τότε τα πράγματα για τα πορτοκάλια έχουν αλλάξει προς ακόμα χειρότερη κατεύθυνση, καθώς σύμφωνα με το Συμβούλιο Γεωργίας της Βαλένθια, κατά την είσοδο του Οκτωβρίου οι τιμές για τις Ναβαλίνες έχουν πέσει στα 0,19 ευρώ το κιλό. Από την άλλη, οι τιμές για τις κλημεντίνες έχουν βελτιωθεί, καθώς η πιο συνηθισμένη τιμή για τους τύπους Arrufatina, Clemenules, Marisol και Orogrande ανέβηκε σχεδόν στα 0,35 ευρώ το κιλό. Υπήρξαν όμως και τύπο Κλημαντίνων με πιο θεαματική τιμολόγηση. Συγκεκριμένα, η ποικιλία Esbal έλαβε τιμές στα 0,42-0,47 ευρώ το κιλό, η Oronules κινήθηκε κατά μέσο όρο στα 0,40-0,45 ευρώ το κιλό, ενώ σε πολλές περιπτώσεις έφτασε μέχρι τα 0,60 ευρώ το κιλό, ενώ ο τύπος Clemenrubí/Pri23 ήταν ο πιο ακριβός, καθώς πληρώθηκε στους παραγωγούς κατά μέσο όρο στα 0,55 ευρώ το κιλό, φτάνοντας ακόμα και τα 0,65 ευρώ το κιλό.

spot_img

Διαβάστε επίσης

Σχετικά Άρθρα

spot_img